Το ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟΝ της οικογένειας  Ανισπικιάν το μαγαζί (στη Νίκαια ).

Εκατό χρόνων ιστορία για ένα από τα πιο αυθεντικά κεμπαπτζίδικα της Αττικής. Η ιδιοκτήτρια, του «Αιγυπτιακού Συστηματικού Κεμπαπτζίδικου» θυμάται από μικρό παιδί, τον Τσιτσάνη, τον Βαμβακάρη και τη Μαρίκα Νίνου και τις μέρες ξεφαντώματος στην Κοκκινιά.


Σήμερα ο σύζυγος της κόρης της οικογένειας, κος Αρίων Κυβέλλος συνεχίζει την παράδοση και έχει πολλές ιστορίες να πει, που του τις μετέφεραν ο κος Σετράκ, ο πεθερός του, η κα Ασνίβ, σύζυγος του και παλιοί πελάτες.Δεν είναι όμως αυτές που κρατάνε το μαγαζί, αλλά το σπιτικό τζατζίκι που φτιάχνεται με αγγουράκι κομμένο στο χέρι, η αυθεντική συνταγή για το κεμπάπ του και η συγκινητική προσοχή και αγάπη του Αρίωνα, για αυτό που κάνει.

Οι κάτοικοι της Νίκαιας και της Κοκκινιάς ξέρουν το τηλέφωνο του Αιγυπτιακού απ’ έξω. 4926026. Τα τελευταία εκατό σχεδόν χρόνια η οικογένεια Ανισπικιάν φτιάχνει ένα από τα πιο γευστικά και πραγματικά ποιοτικά κεμπάπ που μπορείς να πετύχεις στην Αττική.

Η ιστορία, μάλιστα, λέει πως ο παππούς Ισαάκ ήταν εκείνος που το έφερε στην Ελλάδα.

Το μαγαζάκι της Παναγή Τσαλδάρη πέρασε Κατοχή, αλλά και εποχές δόξας, με ατελείωτες ουρές, το πενήντα και το εξήντα.

Ο δρόμος τότε λεγόταν Οδός 8 και το «Αιγυπτιακό Συστηματικό Κεμπαπτζίδικο», ανάμεσα στα ρεμπετάδικα του Περιβόλα και του Κεφάλα, τα σινεμά και τα σαμαλάδικα ζάλιζε κόσμο με τις μυρωδιές του.

Η Μαρίκα Νίνου, ο Τσιτσάνης και ο Διονυσίου περνούσαν απ΄ τα τραπέζια του πριν ή αφού τελειώσουν το πρόγραμμα.
Το τροποποίησε, βέβαια, λίγο. Την αραβική πίτα την αντικατέστησε με τη γνωστή πίτα του σουβλακιού που τρώμε σήμερα. Υπάρχει περίπτωση αυτή η πίτα που ξέρουμε να βασίζεται σε ιδέα του παππού. Βρήκε κάποιον φούρναρη, του εξήγησε τι ζητούσε και κάπως έτσι την δημιούργησαν μαζί. Επειδή ήταν κάτι καινούριο και διαφορετικό, έκανε επιτυχία από την αρχή. Ηλικιωμένοι άνθρωποι που θυμούνται τα πρώτα χρόνια του μαγαζιού μου λένε «Περνάγαμε απ’ έξω και μας μύριζε, αλλά δεν είχαμε μια δραχμή να δώσουμε και μας κέρναγε ο πεθερός σου».Το αρχικό μαγαζί ήταν στον απέναντι δρόμο, αλλά μεταφερθήκαμε εδώ γιατί παραγέρασε, ενενήντα χρονών κτίριο και υπήρχε κίνδυνος για την ασφάλεια του κόσμου.

«Το μαγαζί το άνοιξε ο παππούς της γυναίκας μου το 1924. Ήταν μικρασιάτης που έφυγε από εκεί διωγμένος προ Μικρασιατικής καταστροφής. Ήρθε στην Ελλάδα, αλλά έφυγε αμέσως για την Αίγυπτο με σκοπό να ασχοληθεί με το εμπόριο. Αντί για αυτό πήρε την ιδέα του κεμπάπ και γύρισε εδώ. Ήταν ο πρώτος που το έφερε στην Ελλάδα.»

Το Αιγυπτιακό ανέβηκε πολύ μετακατοχικά. Έχουμε σερβίρει όλους τους καλλιτέχνες της εποχής. Δεν τους βγάζαμε όμως φωτογραφίες. Λάθος αυτό, θα είχαμε τόσα πράγματα να δείξουμε. Αλλά δεν μπορούσαμε να διακόψουμε την προσωπική στιγμή του άλλου. Ο Σακελάριος είχε ένα συγκεκριμένο τραπέζι. Ερχόταν κάθε Τετάρτη, σταθερά. Ερχότανε ο Καζαντζίδης, η Μαρίκα Νίνου, ο Τσιτσάνης, ο Διονυσίου… Εδώ στη περιοχή είχε γύρω μπουζουκάδικα. Στις ταινίες με τη Βουγιουκλάκη που βλέπεις και λένε «Να πάμε στη Κοκκινιά να γλεντήσουμε», εδώ εννοούν. Ρεμπετάδικα, ταβερνάκια με μουσική ήταν, δεν ήταν σαν τις πίστες τις σημερινές. Αλλά στο ταβερνάκι τραγούδαγε ο Βαμβακάρης και η Μαρίκα Νίνου.

Ο πατέρας της γυναίκας μου ανέλαβε το μαγαζί από δεκατεσσάρων χρονών γιατί ο παππούς πήγε και άνοιξε άλλο ένα στην Αθήνα, στο Μοναστηράκι. Όλη η πιάτσα αυτή στο Μοναστηράκι, Θανάσης κ.λ.π. είναι μαθητές του.

Μετά, στην εποχή του πολέμου και την κατοχή το κτίριο απέναντι έγινε αρχηγείο των SS.
Τo μαγαζί το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. Τον είδε ο διοικητής τον πεθερό μου, ένα παιδάκι δεκατεσσάρων χρονών που έπρεπε να θρέψει και μάνα και αδέρφια -γιατί στο μεταξύ είχε χωρίσει και ο παππούς από τη γιαγιά - και τον λυπήθηκε. Γι’ αυτό και του αφήσανε ένα πολύ μικρό κομμάτι του μαγαζιού, ουσιαστικά μόνο τις ψησταριές μπροστά, να παίρνεις το σουβλάκι και να φεύγεις. Βέβαια μέσα στην κατοχή τι δουλειά να είχε… Τίποτα. Απλά το κρατούσε ανοιχτό. Πέρασε δύσκολες εποχές.

Για να περάσεις δύο βήματα στον δρόμο απέναντι ήθελες δέκα λεπτά. Η Παναγή Τσαλδάρη τότε ονομαζόταν Οδός οχτώ και την λέγαν νυφοπάζαρο. Του Περιβόλα το κέντρο ήταν στην ευθεία του πεζοδρομίου πάνω από εμάς και του Κεφάλα ακριβώς στην άλλη μεριά του δρόμου. Από δίπλα σινεμά και το μπουζουκάδικο η Φραγκοσυριανή. Και ο Πολυζώης με τα φημισμένα σάμαλι, τριάντα τριάντα φεύγανε.


Όλος ο καλλιτεχνικός κόσμος είχε περάσει από εμάς. Έρχονταν αφού τελειώνανε τη δουλειά ή πριν πάνε.

Υπήρχαν εποχές που έξω από το μαγαζί η ουρά έπιανε όλο τον δρόμο.

Όταν αρρώστησε ο πεθερός μου το μαγαζί έκλεισε για ένα μήνα, μοναδική φορά από το 1924. Τα παιδιά του δεν είχαν ενδιαφέρον να ανοίξουν ξανά το μαγαζί και επειδή θα χανόταν ιστορία 81 χρόνων ανέλαβα να το λειτουργήσω με την κόρη του (γυναίκα μου).

Μιλάμε όμως για δουλειά της ταλαιπωρίας. Το ζώο ερχόταν ολόκληρο, σφαγμένο εδώ. Το ξεκοκαλίζανε και το ξενεφρίζανε εδώ με το χέρι. Μηχανή του κιμά δεν υπήρχε, ούτε καν ρεύμα. Το κάνανε κιμά με τα χέρια, με τον μπαλτά, όπως τον πατσά. Για τον παστουρμά είχαμε (και ακόμα έχουμε) ένα μαχαίρι μονίμως ακονισμένο, για να κόβουμε τις φέτες λεπτές, διάφανες.

Αργότερα και αφού πέθανε ο πατέρας της γυναίκας μου, δυο χρόνια μετά το μαγαζί ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟΝ λειτούργησε το 1997 συνεταιρικά με τον αδελφό της, που πια δεν συνεργάζεται μαζί μας και άνοιξε ένα μαγαζί με το ίδιο όνομα στην Φρεατίδα. Κράτησα το παλιό προσωπικό και συνεχίζω την παράδοση του ΣΕΤΡΑΚ ΑΝΙΣΠΙΚΙΑΝ.

Ο πεθερός μου δεν έβαζε τίποτα στο σουβλάκι. Κλασικά, ντομάτα κρεμμύδι ήταν το κεμπάπ. Τώρα έχουμε βάλει και τζατζίκι. Το φτιάχνουμε μόνοι μας, όπως και όλα τα πράγματα που πουλάμε στο μαγαζί. Το μόνο έτοιμο είναι τα αναψυκτικά και οι μπύρες.

Δεν υπάρχει κάποιο μυστικό.
Το μυστικό είναι να μην κοροϊδεύεις τον πελάτη.

Το γιαούρτι είναι γιαούρτι, η φέτα είναι φέτα, δεν είναι λευκό τυρί, το αγγούρι το κόβουμε στο χέρι. Η μελιτζανοσαλάτα φτιάχνεται από εμάς στο χέρι.    

Στο κεμπάπ έχει σημασία να είναι καλό το κρέας και φυσικά οι αναλογίες και η παλιά καλή συνταγή του παππού. Φρυγανιά, αλάτι, κρεμμύδι, τίποτα άλλο δεν βάζουμε στον κιμά, ούτε καν πιπέρι.  
Μπορείς να φας υπερβολικά  και να μην σε πειράξει το στομάχι σου γιατί όλα γίνονται με αγνά υλικά.

Ο κόπος που κάνεις για να κρατάς την ποιότητα δεν πληρώνεται, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω. Υπάρχουν άνθρωποι που εκπλήσσονται όταν μας βλέπουν να πλένουμε τα λεμόνια ή να αλλάζουμε δέκα νερά στο μαρούλι.

Πράγματα αυτονόητα. Η μεγαλύτερη διαφήμιση για μας είναι οι εργαζόμενοι μας, που φέρνουν τα παιδιά τους εδώ για φαγητό.

Και η οικογένεια μας και τα παιδιά εδώ τρώνε, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς».